ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ 2015 # «Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΙΕΡΟ» | ΤΡΙΤΗ 21-07-2015, ΩΡΑ 21.30 #

Οι Φίλοι Κινηματογράφου Λαμίας σας προσκαλούν στις υπαίθριες θερινές προβολές που διοργανώνουν  και φέτος το καλοκαίρι, στο λόφο Ισιαδάκι (δίπλα στο αναψυκτήριο).

Την Τρίτη 21-07-2015 συνεχίζεται το καλοκαιρινό αφιέρωμα σε κλασικές και αγαπημένες ταινίες με το αριστούργημα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, «Ο τρελός Πιερό» – PIERROT LE FOU. Ένας αναρχικός ύμνος για μια γενιά που βιώνει το υπαρξιακό αδιέξοδο, ενώ θεωρείται η τελευταία μεγάλη ταινία της «νουβέλ βάγκ»Μια ωδή στον έρωτα, ένας οδηγός σ’ ένα φρενήρες ταξίδι που έχει προορισμό το άπειρο, αφού οι δύο συνταξιδιώτες – ήρωες δε φοβούνται ούτε το θάνατο καθώς τον εξισώνουν με τον έρωτα τους. Ένα σύμβολο μιας εποχής, γεμάτης από ρομαντικές, ουτοπικές προσδοκίες.

Ώρα προβολής: 9.30 μμ.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΧΡΥΣΟΣ ΛΕΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΝΕΤΙΑΣ 1965
ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΓΙΑ BAFTA ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ 1967
ΒΡΑΒΕΙΟ BFI SUTHERLAND TROPHY 1965

Υπόθεση: Εδώ και μερικά χρόνια, ο Φερντινάν βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν γάμο που τον βοήθησε στην κοινωνική του ανέλιξη, αλλά τον έχει βυθίσει στην ανία. Η τυχαία συνάντησή του με τη Μαριάν Ρενουάρ, έναν παλιό του έρωτα, είναι η αφορμή που έψαχνε για να τα τινάξει όλα στον αέρα και να αποδράσει μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση. Αφού σβήσουν τα ίχνη τους και απομονωθούν σαν σύγχρονοι ναυαγοί θα εξασφαλίσουν τα προς το ζην με τα πιο απίθανα κόλπα φτάνοντας μέχρι τον γαλλικό νότο. Εκεί όπου θα λάβει χώρα το οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

«Ένα πείραμα, μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσω στο σελιλόιντ την ίδια την ουσία της ζωής.»  Jean-Luc Godard

Παραγωγή: Ζορζ ντε Μπορεγκάρντ , Γαλλία, 1965
Σκηνοθεσία: Ζαν Λικ Γκοντάρ
Σενάριο: Ζαν Λικ Γκοντάρ
Φωτογραφία: Ραούλ Κουτάρ
Μοντάζ: Φρανσουάζ Κολίν
Μουσική: Αντουάν Ντουαμέλ
Πρωταγωνιστούν: Ζαν Πολ Μπελμοντό, Ανα Καρίνα, Γκρατζιέλα Γκαλβάνι, Σάμιουελ Φούλερ
Διάρκεια: 105 λεπτά, Έγχρωμο
Διανομή: Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών IFA

Ο ίδιος ο Γκοντάρ χαρακτηρίζει τον «Τρελό Πιερό» σαν μια σπουδή ταινίας, που μιλά όχι για τους ανθρώπους και τα πράγματα, αλλά γι’ αυτό που βρίσκεται ανάμεσά τους και που ποτέ μέχρι τώρα δεν προβλημάτισε το σινεμά. Απελευθερωμένος από τις συμβάσεις της κλασικής δραματoυργίας αφήνεται να παρασυρθεί από ένα γνήσιο ποιητικό οίστρο, δίνοντάς μας μια από τις 2-3 καλύτερες ταινίες του, που έγινε μεγάλη επιτυχία και χάρισε στον Μπελμοντό το σημαντικότερο ρόλο της καριέρας του. ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

O πόλεμος των δύο φύλων σε ένα road movie που ήταν καταδικασμένο να μείνει κλασικό. FLIX

Η πιο καλοκαιρινή σκηνή μέσα στο αιώνιο καλοκαίρι του «Τρελού Πιερό», η στάση της Ανα Καρίνα και του Ζαν-Πολ Μπελμοντό στη Νότια Γαλλία δεν είναι παρά αυτή που περικλείει μέσα της οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι η πεμπτουσία μιας ταινίας που προσπαθεί να συλλάβει αυτό που ο Φερντινάντ-Πιερό γράφει στο ημερολόγιο του με το γραφικό χαρακτήρα του ίδιου του Γκοντάρ: «Να μην γράψω για τις ζωές των ανθρώπων, αλλά μόνο για τη ζωή – τη ζωή την ίδια. Για ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους: το χώρο, τον ήχο, το χρώμα. Θα ήθελα να το καταφέρω. Ο Τζόις προσπάθησε, αλλά πρέπει να είναι πιθανό να γίνει καλύτερα.»

Cahiers: Ποιο είναι το υλικό με το οποίο ξεκινήσατε τον Τρελό Πιερρό;
Γκοντάρ: Ένα μυθιστόρημα στυλ Λολίτα, που αρχικά ήταν να γίνει με τη Συλβί Βαρτάν. Αρνήθηκε. Στη θέση του, έκανα την Ξεχωριστή Συμμορία. Στη συνέχεια προσπάθησα να κάνω την ταινία με την Αννα Καρίνα και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον. Όμως ο Μπάρτον χολυγουντοποιήθηκε πολύ. Τελικά η παρουσία της Άννας και του Μπελμοντό άλλαξε τα πάντα. Σκέφτηκα το «Ζεις μόνο μια φορά» του Φριτς Λανγκ. Ήθελα αντί του ζευγαριού της Λολίτα ή της Σκύλας να γυρίσω την ιστορία του τελευταίου ρομαντικού ζευγαριού.

Cahiers: Γιατί υπάρχει αυτό τ’ απόσπασμα για το Βελάσκεθ;
Γκοντάρ: Είναι το θέμα. Ο ορισμός της ταινίας. Ο Βελάσκεθ στο τέλος της ζωής του δε ζωγράφιζε πλέον συγκεκριμένα πράγματα, αλλά αυτό που υπήρχε ανάμεσα στα συγκεκριμένα πράγματα. Το ξαναλέει ο Μπελμοντό όταν μιμείται τον Σιμόν: δεν πρέπει να περιγράφουμε τους ανθρώπους, αλλά αυτό που υπάρχει ανάμεσα τους. Πριν 2-3 χρόνια είχα την εντύπωση ότι τα πάντα είχαν γίνει στον κινηματογράφο, ότι δεν έμενε τίποτα να κάνουμε. Γύρισαν το Ιβάν ο Τρομερός, Ο άρτος ημών ο επιούσιος. Μας έλεγαν να κάνουμε ταινίες πάνω στο πλήθος, αλλά το Πλήθος είχε γίνει, γιατί να το ξανακάνουμε; Με λίγα λόγια ήμουν απαισιόδοξος. Μετά τον Τρελό Πιερρό δεν έχω πια την ίδια εντύπωση των πάντων. Ναι. Πρέπει να κινηματογραφήσουμε, να μιλήσουμε για τα πάντα. Όλα μένουν να γίνουν.

Απόσπασμα από μια συνέντευξη για τον Τρελό Πιερρό στα Cahiers du Cinema, No 171, Οκτ. 1965. Μετάφραση: Μπάμπης Ακτσόγλου.

Ο Τρελός Πιερό: «Με τη δέκατη ταινία του, ο Γκοντάρ επιχειρεί μια «ανακεφαλαίωση» κι έναν απολογισμό τού μέχρι τότε έργου του. Ο Τρελός Πιερό δεν είναι παρά ένα «μικρό λεξικό» της γκονταρικής γλώσσας, των έμμονων ιδεών του και της τεχνικής του. Όλα τα θέματα που τον απασχόλησαν – και που θα τον απασχολήσουν στο μέλλον – , θα τα βρούμε συγκεντρωμένα σ’ αυτή την ταινία: ο έρωτας -συνώνυμο του θανάτου, η τρυφερότητα – συνώνυμο της αδεξιότητας, η ασυνεννοησία — συνώνυμο του πολιτισμού μας, η βλακεία -συνώνυμο της κακίας, η αδιαφορία για τον πλησίον – συνώνυμο της συμβατικής ηθικής. Κοντά σ’ αυτά, θα βρούμε κι εδώ την ιδέα-κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της θεματολογίας του: τη μάταιη αναζήτηση ενός χαμένου παραδείσου μέσα σ’ έναν κόσμο κατοικημένο από ψοφοδεή ανθρωπάκια. Όσο οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να συνεννοηθούν απευθείας με τη ματιά, με την αφή, με τα ένστικτα, οι λέξεις θα τους καταδυναστεύσουν πάντα και το ψέμα θα βρίσκει έναν τρόπο να χώνεται ανάμεσα τους. Ο λόγος είναι μια μάσκα που κρύβει την εικόνα, η οποία, αν δεν αντιπροσωπεύει την αλήθεια αυτή καθ’ αυτή, δίνει τουλάχιστον μια σαφή περιγραφή του κόσμου των φαινομένων. «Στις μέρες μας, όπου οι πάντες σκέφτονται βαθιά, το να λες βλακείες είναι ο μόνος τρόπος για να αποδείξεις πως έχεις ελεύθερη και ανεξάρτητη σκέψη», λέει ο Μπορίς Βιαν. Όμως, το να λες βλακείες με την εικόνα για ν’ αποδείξεις την ελευθεροφροσύνη σου, είναι κάτι περισσότερο από δύσκολο.
Ο κινηματογράφος του Γκοντάρ προσφέρει μια καινούργια μέθοδο αντιμετώπισης του κόσμου. Μια μέθοδο οπτική και, συνεπώς, περισσότερο ειλικρινή. Πράγμα που ενοχλεί πολύ ένα επίσημο είδος απατεώνων, τους πανεπιστημιακούς γεροδασκάλους που βάλθηκαν να κατασπαράξουν τον ασεβή Γκοντάρ. Η συνεχής παράθεση αποσπασμάτων του Ελί Φορ, του μεγάλου τεχνοκριτικού, που ήταν η πρώτη επιβεβλημένη προσωπικότητα που αγάπησε ειλικρινά και αργότερα μελέτησε με πάθος τον κινηματογράφο, είναι ένας φόρος τιμής του Γκοντάρ στους τολμηρούς πρωτοπόρους που προτιμούν να χάσουν την ακαδημαϊκή τους επιχορήγηση παρά να πουν ψέματα.
Ο τρελός Πιερό είναι μια ταινία-έρευνα, με την οποία ο Γκοντάρ προσπαθεί να σπάσει την κρούστα των φαινομένων και να πλησιάσει την ουσία. Παράλληλα, είναι μια διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατόν να ξύσουμε με την κάμερα, τη σκουριά που έχει επικαθίσει στους ακαδημαϊκούς εγκεφάλους. Η πίστη του Γκοντάρ στην τέχνη του είναι πραγματικά συγκινητική.» Βασίλης Ραφαηλίδης – Πρόγραμμα «STUDIO», 1968.

Ζαν-Λυκ ΓκοντΑρ

godardΓεννήθηκε στο Παρίσι το 1930. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια μεταξύ Γαλλίας και Ελβετίας. Το 1949, πηγαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει εθνολογία στη Σορβόννη. Εκεί θα γνωρίσει και θα συναναστραφεί τους Κλοντ Σαμπρόλ, Φρανσουά Τρυφώ, Ερίκ Ρομέρ και Ζακ Ριβέτ, τους κινηματογραφιστές δηλαδή που μετέπειτα θα στελεχώσουν το κίνημα της Nouvelle Vague. Το 1950, μαζί με τους Τρυφώ και Ριβέτ εκδίδει το περιοδικό Gazette du Cinema, γράφει για το σινεμά και παράλληλα παίζει σε ταινίες των Ριβέτ και Ρομέρ. Το 1952 ξεκινά η συνεργασία του με το περιοδικό Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν. Την ίδια χρονιά επιστρέφει στην Γενεύη για να δουλέψει στην κατασκευή του φράγματος του Grande-Dixence. Με τα χρήματα που συγκεντρώνει, θα γυρίσει την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ Επιχείρηση Μπετόν (1954). Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα γυρίσει άλλες τέσσερις ταινίες μικρού μήκους.
Οι ταινίες του Γκοντάρ δεν έχουν θεματικό περιεχόμενο πέρα από τον ίδιο τον κινηματογράφο και τον τρόπο του να χειρίζεται τα πράγματα. Είναι ταινίες έρευνας (Λυμιέρ) με τη μορφή θεάματος (Μελιές) που σαν στόχο έχουν να αποκαλύψουν, όπως χαρακτηριστικά είπε κάποτε και ο ίδιος, «την κρυμμένη πλευρά του παγόβουνου». Έντονα επηρεασμένος από σκηνοθέτες όπως οι Ζαν Ρενουάρ, Νίκολας Ραίυ, Ρομπέρ Μπρεσόν, Ρομπέρτο Ροσελίνι και Ζαν Ρους, ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει εξαρχής, σε αντίθεση με τον συνάδελφό του Τρυφώ, να βάλει την προσωπική του ζωή στις ταινίες του αλλά και να δείξει ότι στον κινηματογράφο «όλα επιτρέπονται»: αυτοσχεδιασμός, κάμερα στο χέρι, αυτοαναφορικότητα, δοκιμιογραφικός λόγος, παράθεση λογοτεχνικών και φιλοσοφικών κειμένων. Το σινεμά μετατρέπεται έτσι σε ένα νέο είδος μουσείου, που λειτουργεί ως μια παρακαταθήκη ιστορικών γεγονότων και μαρτυριών.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα, το 1960, θα γυρίσει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το πρωτοποριακό Με κομμένη την Ανάσα. Το Με κομμένη την ανάσα εγκαινιάζει το κίνημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ το οποίο, σύμφωνα με τον Γκοντάρ, ορίζεται από «τη θλίψη, τη νοσταλγία για τον κινηματογράφο που έπαψε πια να υπάρχει καθώς και από την καινούρια σχέση μεταξύ μύθου και πραγματικότητας». Ως και το 1965 κινηματογραφεί μεταξύ άλλων, κάποιες από τις σπουδαιότερες ταινίες του:
Ο Μικρός στρατιώτης, Η Περιφρόνηση , Ο Τρελός Πιερό, Αλφαβίλ.

Από το 1966 ως το 1968, κάνει ταινίες έντονα επηρεασμένες από τα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας και τα ρεύματα που γεννήθηκαν από τις ταραχές του Μάη του ’68: Masculin-Feminin(1966), Two or Three Things I Know About Her (1966), La Chinoise, Weekend (1967) και Le Gai Savoir (1968). Χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι ότι οι ήρωες «παρελαύνουν» μπροστά από την κάμερα, πάνω ακριβώς στον δρόμο της αποστασιοποίησης που χάραξε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Με τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τελειώνει η πρώτη περίοδος του έργου του και ξεκινά μια άλλη, ιδεολογικής πια στράτευσης. Με τον Ζαν-Πιερ Γκορέν, ο Γκοντάρ θα φτιάξει την ομάδα Τζίγκα Βερτόφ και θα αποποιηθεί τον τίτλο του δημιουργού και το ρόλο του κινηματογράφου. Μαζί με τον Γκορέν θα κάνουν τις ταινίες-δοκίμια Wind From the East (1969), Vladimir and Rosa (1971), Tout Va Bien (1972) και Letter to Jane (1972). Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος και βασίζονταν στις ιδέες της πάλης των τάξεων και το διαλεκτικό υλισμό.

Το 1971 είχε ένα σοβαρό ατύχημα με μοτοσικλέτα που τον κράτησε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. Στο Παρίσι θα γνωρίσει την ελβετίδα σκηνοθέτη Αν-Μαρί Μιεβίλ και την επόμενη χρονιά θα φύγουν μαζί για τη Γκρενόμπλ, όπου ο Γκοντάρ θα μεταφέρει το Sonimage video studio. Σταδιακά απομακρύνθηκε από τον στρατευμένο κινηματογράφο της ομάδας Βερτόφ και επέστρεψε σε πιο προσωπικά θέματα. Γοητευμένος από τα νέα μέσα, αυτός και η Μιεβίλ πειραματίστηκαν με το βίντεο, δουλεύοντας αρκετά με αναθέσεις από τη γαλλική τηλεόραση. Μαζί θα κάνουν επίσης το Numero Deux (1975) και το Σώζων εαυτόν σωθήτω του 1980 το οποίο σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου στο έργο του και την επιστροφή του στο κλασικό σινεμά. Εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου αρχίζει να δουλεύει τη «θεϊκή τριλογία» – Passion (1982), First Name: Carmen (1983) και το Hail Mary (1985) –τρεις πραγματείες πάνω στη γυναικεία φύση, την επιθυμία, τη σεξουαλική διαφορά, και την ίδια την εικόνα.

Το 1986 ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ έκαναν παραγωγή και πρωταγωνίστησαν στο home-movie Soft and Hard (Soft Talk on a Hard Subject Between Two Friends) για το αγγλικό Channel Four. Στη συνέχεια θα κάνουν τις ταινίες Grandeur et Decadence d’un Petit Commerce de Cinema (1986), Soigne ta Droite (1986) και King Lear (1986). Στη δεκαετία του 90 ο Γκοντάρ θα σκηνοθετήσει τα Nouvelle Vague (1990), Germany 90 Nine Zero (1991), Helas pour moi (1993), Forever Mozart (1996) και την οκτάωρη σειρά Histoires du cinema (1997-98). Το 1998 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης αναθέτει στον Γκοντάρ και τη Μιεβίλ την παραγωγή του σαρανταεπτάλεπτου βίντεο The Old Place (Essai sur le rôle des arts à la fin du 20e siècle / Small Notes Regarding the Arts at Fall of 20th Century). Το 2001 επανέρχεται στη σκηνοθεσία με την Ελεγεία του Έρωτα, ταινία που απέσπασε θετικές κριτικές στο Φεστιβάλ των Κανών και η οποία καταπιάνεται με την ιστορία, τη μνήμη, και τον πολιτισμό. Οι ταινίες του Γκοντάρ άσκησαν τεράστια επιρροή τόσο στον ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο όσο και σε πλήθος εικαστικών καλλιτεχνών.

Advertisements