ΒΙΡΙΔΙΑΝΑ


Αν υπάρχει μια ταινία που συνοψίζει το μύθο που χτίστηκε γύρω από τον Μπουνιουέλ (και θα τον ακολουθεί για πάντα), αυτή είναι σίγουρα η «Βιριδιάνα». Γυρισμένη το 1961, με τις ευλογίες του Φράνκο, η ιστορία μιας «αγίας» της διπλανής πόρτας ήταν η πρώτη ταινία που θα γύριζε ο Μπουνιουέλ στην πατρίδα του, την Ισπανία, μετά από χρόνια εξορίας στην Αμερική και το Μεξικό. Και ήταν αρκετή για να φτάσει –φυγαδευμένη- μέχρι τις Κάννες, όπου κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα (1962) και έπειτα να απαγορευτεί στην Ισπανία μέχρι και το 1977 και να αφοριστεί από το Βατικανό. Ολα δηλαδή όσα χρειάστηκε το μπουνιουελικό έργο για να βρει την ταυτότητα του και ακριβώς ό,τι χρειαζόταν ο Μπουνιουέλ για να βρεθεί πρώτος στη λίστα των μεγάλων «αιρετικών» του σινεμά.

ΥΠΟΘΕΣΗ :  Η νεαρή Βιριδιάνα έχει διαλέξει μία ζωή σύμφωνη με το γράμμα του Θεού της. Η διαδρομή της μέσα στη ζωή δεν νοείται να αποκλίνει από τις θεϊκές οδηγίες. Βέβαια, ο κόσμος μέσα στον οποίο κινείται δεν μοιράζεται τις ίδιες αγνές προθέσεις. Λίγο πριν αφοσιωθεί επίσημα στον Θεό, επισκέπτεται τον μοναδικό συγγενή της, ένα χήρο θείο. Ο καταθλιπτικός μεσήλικας με τις κρυφές, φετιχιστικές συνήθειες θα επιχειρήσει να την κάνει δική του για πάντα. Πνιγμένος από τις ενοχές και την αυτό-λύπηση, ο άνδρας θα αφήσει όλη του την περιουσία στην μακρινή ανιψιά. Η Βιριδιάνα θα βρει τώρα έναν καλύτερο τρόπο να υπηρετήσει τον Κύριό της: θα μαζέψει όλους τους ζητιάνους της πόλης μέσα στην πολυτελή έπαυλη. Ταυτόχρονα, ο γοητευτικός μοναχογιός του θανόντος, θα εγκατασταθεί στην οικογενειακή κατοικία. Η σαρκοφάγα απληστία των ευνοούμενων και ο ακόμα πιο επικίνδυνος πόθος του νέου, θα εκθέσουν τις υψηλές ιδέες της γυναίκας στην φτηνή πραγματικότητα. Μέχρι το τέλος, η Βιριδιάνα θα εξακολουθήσει να αποποιείται την ευτυχία, την επιλογή και την ελευθερία και θα περιφέρεται με το ακάνθινο στεφάνι πάνω στην ξανθή της κόμη. Φυσικά, κανένας Θεός δεν θα προθυμοποιηθεί να την σώσει από τον αληθινό κόσμο.

Παραγωγή : Gustavo Alatriste
Σκηνοθεσία : Luis Buñuel 
Σενάριο : Julio Alejandro, Luis Buñuel, Benito Pérez Galdós (μυθιστόρημα "Halma")
Φωτογραφία : José F. Aguayo
Μοντάζ : Pedro del Rey 
Μουσική : Gustavo Pittaluga
Βοηθός Σκηνοθέτη : Juan Luis Buñuel, José Puyol
Τόπος Γυρισμάτων : Μαδρίτη, Τολέδο - Ισπανία
Πρωταγωνιστούν : Silvia Pinal (Viridiana), Francisco Rabal (Jorge), Fernando Rey 
(Don Jaime), José Calvo (Beggar-as Jose Calvo), Margarita Lozano (Ramona),
José Manuel Martín (Beggar), Victoria Zinny (Lucia), Luis Heredia (Beggar) 
Joaquín Roa (Beggar), Lola Gaos (Beggar)
Ισπανία - Μεξικό | 1961 | Ασπρόμαυρο 1.66:1 | Διάρκεια 90'

«Μια ταινία βλάσφημη, όχι επειδή χλευάζει τα Θεία, αλλά γιατί τολμά να φέρει την «αγιοσύνη» στα μέτρα του ανθρώπου δίνοντας τις σωστές διαστάσεις στην καθημερινή διαδρομή προς το «καθ’ ομοίωσιν»./ Μια ταινία αιρετική, όχι επειδή αντιτίθεται στην κρατούσα (ηθική) τάξη των πραγμάτων, αλλά γιατί αρνείται να πατήσει πάνω σε όσα επέβαλλαν αιώνες θρησκευτικής εξουσίας, δηλώνοντας πως το καλό και το κακό δεν είναι παρά δύο πλευρές της ανθρώπινης αδυναμίας./ Μια ταινία προκλητική, όχι επειδή θέλει να προκαλέσει, αλλά επειδή θα μπορούσε αυτούσια να είχε γυριστεί και σήμερα. Χωρίς κανείς να συνειδητοποιήσει πως πενήντα χρόνια μετά τη δημιουργία της αφορά την παρακμή της εποχής μας, περισσότερο ίσως και από τότε που γεννήθηκε στο μυαλό του Λουίς Μπουνιουέλ.»(Mανώλης Κρανάκης-flix.gr)

«Όσοι θέλετε να αναθρέψετε το τέκνο σας με πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια και προδέρμ, καλύτερα να το κρατήσετε σε απόσταση ασφαλείας από την οθόνη. Διότι κάπου ανάμεσα στα πάθη της δόκιμης μοναχής που επισκέπτεται τον χήρο θείο της, θα αντικρίσει την ολοκληρωτική κατάρρευση του μύθου της φιλανθρωπίας και του λοιπού χριστιανικού οικοδομήματος – η σκηνή της παρωδίας του Μυστικού Δείπνου είναι υπεραρκετή. Κυριολεκτικά αξεπέραστο, ειρωνικό μέχρι το μεδούλι, φετιχιστικό και υπογείως σουρεαλιστικό. «(cine.gr)

«Μέσα από την ιστορία αυτή, ο Μπουνιουέλ μας παρουσιάζει ένα ταμπλό τής τότε (υπό το Φρανκικό καθεστώς) ισπανικής κοινωνίας, που θυμίζει τους εφιαλτικούς πίνακες του Γκόγια. Η φτώχεια, η μιζέρια, η αμάθεια, ο έρωτας και οι απωθημένες επιθυμίες των αστών καταγράφονται από τον σκηνοθέτη της «Χρυσής εποχής» με μια δύναμη που συγκλονίζει. Η σκηνή του οργίου των ζητιάνων – με μουσική υπόκρουση το «Αλληλούια» του Χέντελ – είναι από τις πιο συνταρακτικές σκηνές που μας έδωσε ο παγκόσμιος κινηματογράφος.»(Νίνος Φενέκ Μικελίδης-enet.gr)

«Η απλότητα του φιλμ καθιστά πρακτικά αδύνατη την οποιαδήποτε περιγραφή του – είναι μια εμπειρία που πρέπει να βιωθεί. Μισό αιώνα μετά τη δημιουργία του, το δέος που προκαλούν οι σκηνές του δεν έχει υποχωρήσει καθόλου. Κι ας έχουν γραφτεί αναλύσεις επί αναλύσεων για τον καίριο τρόπο με τον οποίο ο Bunuel επιχειρεί εδώ μια υπολογισμένη απομυθοποίηση των βασικών χριστιανικών συμβόλων – τόσο στις εικόνες του (ο σταυρός ως θήκη για μαχαίρι, το ακάνθινο στεφάνι που φλέγεται μαζί με τα άλλα απορρίμματα, η προσευχή που συγχρονίζεται με την εργασία) όσο και σε ένα επίπεδο θεματικό. Η αγιότητα και η χριστιανικής φύσεως φιλανθρωπία βρίσκονται εδώ στο επίκεντρο του σαρκασμού.»(Αχιλλέας Παπακωνσταντής – filmgaze.gr)

best-luis-bunuel-films.jpg

Luis Buñuel  

«Σε έναν κόσμο τόσο άσχημο όσο ο δικός μας, ο μόνος δρόμος είναι η επανάσταση»

…δήλωνε κάποτε ο Luis Bunuel. Κι αν στις μέρες μας το όνομά του συνδέεται αυτόματα με το κίνημα του σουρεαλισμού, μια επαναπροβολή των ταινιών του μας πείθει πως για τον Ισπανό σκηνοθέτη τα διάφορα ρεύματα δεν ήταν αυστηρά προσδιοριστικές ετικέτες, αλλά τα όπλα που κάθε φορά θα διάλεγε για να οργανώσει το επόμενό του τρομοκρατικό χτύπημα. Ως αυθεντικός αναρχικός, με κάθε του φίλμ επιθυμούσε να τσακίσει την αυτοπεποίθηση και την αλαζονεία της άρχουσας τάξης.

Η αστική απάθεια και η θρησκευτική υποκρισία δέχονταν τα δηλητηριώδη βέλη της ειρωνείας του, άλλοτε έκδηλα κι άλλοτε με έναν τρόπο υπόγειο μα παραδόξως πιο ευθή στις συνειδήσεις και το θυμικό των θεατών. Εξέχων εκπρόσωπος της δεύτερης κατηγορίας είναι, φυσικά, η ΒιριδιάναΈχοντας ήδη προκαλέσει σάλο με τον Ανδαλουσιανό Σκύλο και τη Χρυσή Εποχή, ο Bunuel δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει την πατρίδα του άμα την άνοδο του φασιστικού καθεστώτος. Περνώντας από τη Γαλλία, έφτασε στο Μεξικό όπου και διέμεινε σχεδόν τριάντα χρόνια. Με το Los Olvidados (1950) ξεκινά μια υπερ-παραγωγική δεκαετία χάρη στην οποία αναγνωρίζεται από τους κριτικούς και το σινεφίλ κοινό ως ο κορυφαίος Ισπανόφωνος σκηνοθέτης. Έτσι, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ο Φράνκο θα κάνει το λάθος να του ζητήσει να επιστρέψει. Στα μάτια του δικτάτορα και της «αυλής» του, το σενάριο της Βιριδιάνα ήταν ένας ύμνος στο χριστιανικό τρόπο ζωής (ας σημειωθεί εδώ η στήριξη που παρείχε το Βατικανό στους Ισπανούς φασίστες). Όταν αντίκρισαν το έργο, σοκαρίστηκαν. Ήταν πλέον αργά: ο Bunuel και η ταινία του φυγαδεύτηκαν στη Γαλλία, όπου και βραβεύτηκαν στις Κάννες. Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης είχε σημειώσει μια μεγαλειώδη νίκη.

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του :

Ο πατέρας του σουρεαλιστικού κινηματογράφου, Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés), γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1900, στην Ισπανία και πέθανε 29 Ιουλίου του 1983 στο Μεξικό. Μεγάλωσε σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, τόσο κλειστή, παραδοσιακή και θρησκόληπτη, που ο ίδιος την αποκαλούσε «μεσαιωνική». Μέλος ευκατάστατης οικογένειας, έλαβε από νωρίς αυστηρή καθολική μόρφωση. Σύντομα όμως, το ελεύθερο πνεύμα του και ο επαναστατικός του χαρακτήρας τον οδήγησαν σε μια αντίδραση που θα συνεχιζόταν σε όλη του τη ζωή.

Στο πανεπιστήμιο γίνεται φίλος με δύο μεγάλες μορφές της τέχνης, τον ζωγράφο Salvador Dalí και τον ποιητή Federico García Lorca. Το 1929 ήταν χρονιά ορόσημο για τον Buñuel, καθώς, μαζί με τον Dalí, θα γυρίσουν το «Un chien andalou» (Ένας Ανδαλουσιανός Σκύλος). Μία ταινία απόλυτα σοκαριστική για τα ήθη της εποχής, με την οποία γράψανε κινηματογραφική ιστορία. Ο Buñuel χρησιμοποίησε την εμμονή του με τα όνειρα και δημιούργησε ένα συνειρμικό όσο και “βλάσφημο” σύμπαν, κάτι που θα αναπαράγει σχεδόν σε όλες του τις ταινίες.Ο «Ανδαλουσιανός Σκύλος» είναι μία ταινία – μύθος, που άλλαξε τα δεδομένα στον κινηματογράφο. Το θρυλικό γαλλικό περιοδικό κριτικής κινηματογράφου Cahiers du cinema, είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Τα δεκαεπτά πιο σοκαριστικά λεπτά στην ιστορία του Κινηματογράφου…«

Η δεύτερη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ είχε τον τίτλο, «L’Âge d’or» (Η Χρυσή Εποχή – 1930) και προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο συντηρητικός Τύπος της εποχής, πολέμησε την ταινία και τελικά η αστυνομία την απαγόρευσε. Μια απαγόρευση που κράτησε πενήντα ολόκληρα χρόνια!

Με την επιβολή της δικτατορίας του Franco, ο Buñuel έφυγε στο Μεξικό και το 1948, με την κατάσταση να συνεχίζεται στη χώρα του, πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα. Στο Μεξικό θα βρει το έδαφος και την ελευθερία για να δημιουργήσει τις ταινίες του. Ανάμεσά τους, το «Los Olvidados» (1950). Μία ταινία η οποία πολλά χρόνια μετά, εντάχτηκε και στη λίστα της UNESCO ως μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Παραμένοντας στο Μεξικό ο Λουίς Μπουνιουέλ, ολοκληρώνει το 1952 το φιλμ «Ανέβασμα στον Ουρανό» (Subida al cielo) και το 1959, το αγαπημένο «Ναζαρέν» (Nazarin). Βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών του 1959, η ταινία «Ναζαρέν» είναι ίσως η καλύτερη δημιουργία της μεξικάνικης περιόδου του σπουδαίου δημιουργού Λουίς Μπουνιουέλ. Παράλληλα είναι και η πρώτη από τις μεγάλες «βλάσφημες και ιερόσυλες» ταινίες του, όπου ο σκηνοθέτης καταθέτει μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στην υποκρισία της οργανωμένης θρησκευτικής εξουσίας (Εκκλησία). Ακολουθεί η επιστροφή του στην Ισπανία και η αριστουργιματική «Βιριδιάνα».

Στις δεκαετίες ’60 και ’70, ο Buñuel διανύει την ωριμότερη φάση του, τη λεγόμενη «Γαλλική περίοδο». Τότε είναι που θα σκηνοθετήσει και μερικά από τα μεγάλα κινηματογραφικά του αριστουργήματα. Ανάμεσά τους, τα φιλμ: «Le journal d’une femme de chambre» (1964), «Belle de Jour» (1967), «Le Charme discret de la bourgeoisie» (1972) και την τελευταία του ταινία, «Cet obscur objet du désir» (1977). Αυτές θα είναι και οι διασημότερες ταινίες της καριέρας του και όχι άδικα.

Στα τέλη του ΄70, ο Buñuel αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία μέχρι και το τέλος της ζωής του και μαζί με τον Carrière, έγραψε την αυτοβιογραφία του, «Mon Dernier Soupir» ((My Last Sigh) – 1982). Έναν χρόνο μετά, στις 29 Ιουλίου του 1983, ο μεγάλος αιρετικός του κινηματογράφου έφυγε, αφήνοντας πίσω του μία μοναδική πολιτιστική κληρονομιά.luis-bunuel.jpg

Η ΑΡΧΙΚΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ για την Τρίτη 19-07-2016, ώρα 21.30, στον Τόπο Τεχνών «ΧΩΡΑ», στα Λελέικα Υπάτης με ελεύθερη είσοδο στα πλαίσια του κινηματογραφικού φεστιβάλ 1ο film festival Οίτης.

Advertisements